απαραβίαστος

Z Wikislovníku
Skočit na navigaci Skočit na vyhledávání

řečtina

[editovat]

výslovnost

[editovat]
  • IPA: [a.pa.ra.ˈvi.as.tɔs]

přídavné jméno

[editovat]
  • slovesné trpné

skloňování

[editovat]
Číslo singulár plurál
Rod mužský ženský střední mužský ženský střední
nominativ απαραβίαστος απαραβίαστη απαραβίαστο απαραβίαστοι απαραβίαστες απαραβίαστα
genitiv απαραβίαστου απαραβίαστης απαραβίαστου απαραβίαστων απαραβίαστων απαραβίαστων
akuzativ απαραβίαστον απαραβίαστη απαραβίαστο απαραβίαστους απαραβίαστες απαραβίαστα
vokativ απαραβίαστε απαραβίαστη απαραβίαστο απαραβίαστοι απαραβίαστες απαραβίαστα

význam

[editovat]
  1. (knižně) neporušitelný, nedotknutelný, nepřekročitelný; neporušený
    • Ακόμα και για κάποιον σαν εμένα, που, ειλικρινά, θέλω με όλη μου την καρδιά να βοηθήσω την αστυνομία και στην ουσία δεν δίνω πεντάρα για ηθική και αρχές, υπάρχουν πράγματα που είναι ιερά και απαραβίαστα. Όλα τα χρόνια που ασκώ το επάγγελμα του γιατρού, ποτέ μα ποτέ δεν παραβίασα τον όρκο του Ιπποκράτη. Και δεν σκοπεύω να το κάνω τώρα. – Dokonce i pro mne, který, upřímně, chci z celého srdce pomáhat policii a na nějakou etiku a zásady vlastně dost kašlu, existují věci, které jsou svaté a nedotknutelné. Za ta léta, co vykonávám profesi lékaře, jsem nikdy, ale nikdy neporušil Hippokratovu přísahu. A nehodlám ji porušit ani teď.[1]

související

[editovat]

poznámky

[editovat]
  1. Jo Nesbo: Χιονάνθρωπος, str. 202, překlad Γωγώ Αρβανίτη, nakladatelství Μεταίχμιο, Athény 2012