ξεφορτώνομαι

Z Wikislovníku
Skočit na navigaci Skočit na vyhledávání

řečtina

[editovat]

výslovnost

[editovat]
  • IPA: [ksɛ.fɔr.ˈto.nɔ.me]

etymologie

[editovat]

Předponou ξε- ke slovesu φορτώνω.

sloveso

[editovat]
  • intranzitivní
  • pravidelné

význam

[editovat]
  1. (ξεφορτώνομαι από κάτι) zbavit se, zbavovat se nákladu či zavazadla
    • Τώρα θα πάμε όλοι μαζί στο ξενοδοχείο σας όπου θα μπορείτε να ξεφορτωθείτε από τις βαλίτσες σας και μετά θα κάνουμε την περιήγηση της Καστρουπόλεως και της Μικρής Πόλης. Εντάξει, παιδιά; – Nyní pojedeme všichni do vašeho hotelu, kde se budete moci zbavit zavazadel a potom uděláme okruh po Hradčanech a Malé straně. Ok?

související

[editovat]